Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών,
Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής,
Π.Γ.Ν.«Αττικόν»

Λ. Ραλλίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Ι. Λεκάκης, Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Αλιροκουμάμπη σε ασθενείς μετά από οξύ στεφανιαίο σύνδρομο

Στη μελέτη ODYSSEY OUTCOMES αξιολογήθηκε η επίδραση του αναστολέα της PCSK-9 αλιροκουμάμπη στην εμφάνιση ισχαιμικών συμβαμάτων σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλής ισχύος θεραπεία με στατίνη μετά από οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ). Πρόκειται για πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη στην οποία συμμετείχαν 18.924 ασθενείς με ιστορικό ΟΣΣ έναν έως 12 μήνες πριν την τυχαιοποίηση και LDL-χολ >70 mg/dL υπό αγωγή με υψηλής ισχύος στατίνη σε μέγιστη ανεκτή δόση. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν στην υποδόρια χορήγηση 75 mg αλιροκουμάμπης κάθε 14 ημέρες ή σε εικονικό φάρμακο. Ο στόχος για την LDL-χολ τέθηκε από 25 έως 50 mg/dL και πρωταρχικό τελικό σημείο της μελέτης ήταν το σύνθετο θανάτου από στεφανιαία νόσο, εμφράγματος μυοκαρδίου, ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή ασταθούς στηθάγχης με ανάγκη για επαναγγείωση. Μετά από παρακολούθηση 2,8 ετών κατά μέσο όρο το πρωταρχικό τελικό σημείο εμφανίσθηκε λιγότερο συχνά στους ασθενείς υπό αλιροκουμάμπη (αναλογία κινδύνου 0,85, 95% διάστημα εμπιστοσύνης 0,78 έως 0,93, p<0,001). Στη μελέτη σημειώθηκαν 334 θάνατοι στην ομάδα της αλιροκουμάμπης έναντι 392 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αριθμοί που αντιστοιχούν σε ελάττωση του σχετικού κινδύνου κατά 15% με τη χορήγηση της αλιροκουμάμπης. Μεγαλύτερο απόλυτο όφελος σημειώθηκε σε ασθενείς με αρχικά επίπεδα LDL-χολ >100 mg/dL, ενώ δεν καταγράφηκε σημαντική διαφορά στην εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών από την αγωγή με εξαίρεση τοπική αντίδραση στη χορήγηση του υπό μελέτη φαρμάκου. Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι σε ασθενείς που έχουν υποστεί ΟΣΣ και λαμβάνουν τη μέγιστη ανεκτή θεραπεία με ισχυρή στατίνη, η επιπλέον χορήγηση της αλιροκουμάμπης οδηγεί σε ελάττωση των υποτροπών ισχαιμικών καρδιαγγειακών επεισοδίων.
(Schwartz GG, Steg PG, Szarek M, et al. N Engl J Med. 2018;379:2097-2107)

 

Χαρακτηριστικά και αντιμετώπιση ασθενών με οικογενή υπερχοληστερολαιμία στην Ελλάδα

Η ελληνική καταγραφή οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας (HELLAS-FH) αξιολογεί τους παράγοντες κινδύνου και την αντιμετώπιση πασχόντων από οικογενή υπερχοληστερολαιμία (familial hypercholesterolemia, FH) στην Ελλάδα. Σε αυτή την ενδιάμεση ανάλυση συμπεριλήφθησαν δεδομένα από 1093 ασθενείς. Η διάγνωση FH ετέθη σε μέση ηλικία 42 ετών, κληρονομικό ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου (ΚΑΝ) υπήρχε σε ποσοστό 47,8% των συμμετεχόντων, ενώ 21,1% έπασχαν από ΚΑΝ. Τα μέσα επίπεδα LDL-χολ ήταν 241 ± 76 mg/dL στους ενήλικες και 229 ± 57 mg/dL στα παιδιά, ενώ ποσοστό 63,1% ελάμβανε ήδη υπολιπιδαιμική αγωγή, κυρίως στατίνη, κατά την ένταξη στη μελέτη. Τα μέσα επίπεδα LDL-χολ υπό θεραπεία ήταν 154 ± 76 mg/dL στους ενήλικες και 136 ± 47 mg/dL στα παιδιά με την πλειοψηφία των ασθενών (87,9%) να μην πετυχαίνουν το στόχο για την LDL-χολ. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι στην Ελλάδα η διάγνωση της FH καθυστερεί με αποτέλεσμα αυξημένο επιπολασμό εμφάνισης ΚΑΝ στους ασθενείς και στο οικογενειακό τους περιβάλλον και ότι η πλειοψηφία των πασχόντων δεν πετυχαίνει το στόχο για την LDL-χολ παρά τη θεραπεία.
(Rizos CV, Elisaf MS, Skoumas I, et al. Atherosclerosis. 2018;277:308-313)

 

Μακροπρόθεσμη συσχέτιση LDL-χολ και καρδιαγγειακής θνητότητας σε άτομα χαμηλού καρδιαγγειακού κινδύνου

Στην παρούσα ανάλυση αξιολογήθηκε η επίδραση των επιπέδων της LDL-χολ και της non-HDL-χολ με την εμφάνιση θνητότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα σε άτομα χαμηλού καρδιαγγειακού κινδύνου. Αναλύθηκαν δεδομένα 36.375 συμμετεχόντων στην Cooper Center Longitudinal Study χωρίς ιστορικό καρδιοπάθειας ή σακχαρώδη διαβήτη και χαμηλό 10ετή κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων (<7,5%). Μετά από παρακολούθηση 26,8 ετών κατά μέσο όρο καταγράφηκαν 1.086 θάνατοι από καρδιαγγειακά νοσήματα και 598 θάνατοι από στεφανιαία νόσο. Μετά από ομαλοποίηση για πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου φάνηκε ότι επίπεδα LDL-χολ 160 έως 189 mg/dL και ≥190 mg/dL σχετίζονταν ανεξάρτητα με αύξηση του κινδύνου για καρδιαγγειακή θνητότητα κατά 70% και 50% αντίστοιχα, συγκριτικά με άτομα με επίπεδα LDL-χολ <100 mg/dL. Όσον αφορά στην non-HDL-χολ, με επίπεδα αναφοράς <130 mg/dL φάνηκε ότι επίπεδα 160 έως 189 mg/dL, 190 έως 219 mg/dL, και ≥220 mg/dL σχετίζονταν σημαντικά με την καρδιαγγειακή θνητότητα, με αναλογία κινδύνου 1,3, 1,8 και 1,5 αντίστοιχα. Συμπερασματικά, αυξημένα επίπεδα LDL-χολ και non-HDL-χολ σχετίζονται με μακροπρόθεσμη αύξηση της καρδιαγγειακής θνητότητας κατά 50%-80% σε άτομα χαμηλού καρδιαγγειακού κινδύνου.
(Abdullah SM, Defina LF, Leonard D, et al. Circulation. 2018;138:2315–2325)

Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και καρκίνος πνεύμονα

Η παρούσα μελέτη αξιολόγησε την επίδραση των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ) συγκριτικά με τους ανταγωνιστές των υποδοχέων τύπου 1 της αγγειοτασίνης ΙΙ (ΑΤ1) στην εμφάνιση καρκίνου του πνεύμονα. Πρόκειται για πληθυσμιακή μελέτη στην οποία συμμετείχαν 992.061 ασθενείς με αρτηριακή υπέρταση και πρόσφατη έναρξη φαρμακευτικής αντϊυπερτασικής αγωγής από το 1995 έως το 2015. Κατά την παρακολούθηση 6,4 ετών κατά μέσο όρο σημειώθηκαν 7.952 περιστατικά καρκίνου πνεύμονα (επίπτωση 1,3 ανά 1000 ανθρωπο-έτη). Φάνηκε ότι συνολικά η χρήση α-ΜΕΑ σχετιζόταν με αυξημένη επίπτωση καρκίνου πνεύμονα συγκριτικά με τους ανταγωνιστές των υποδοχέων ΑΤ1 της αγγειοτασίνης κατά 14% (1,6 έναντι 1,2 ανά 1000 ανθρωπο-έτη για α-ΜΕΑ και ΑΤ1 αντίστοιχα). Ο κίνδυνος εμφάνιζε σταδιακή αύξηση ανάλογα με τη διάρκεια της θεραπείας (αναλογία κινδύνου 1,22 στην πενταετία και μέγιστη αναλογία κινδύνου 1,31 στη δεκαετία από την έναρξη λήψης της φαρμακευτικής αγωγής). Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η χρήση α-ΜΕΑ συγκριτικά με τους ΑΤ1 σχετιζόταν με αυξημένη επίπτωση καρκίνου του πνεύμονα, κυρίως μετά τα πρώτα 5 έτη χορήγησης της αγωγής, και προτείνουν το σχεδιασμό μελετών μακροπρόθεσμης παρακολούθησης προκειμένου να τεκμηριωθεί αυτή η συσχέτιση.
(Hicks BM, Filion KB, Yin H, et al. BMJ.2018;363:k4209)

Υπολιπιδαιμική αγωγή και επίτευξη στόχων σε πάσχοντες από οικογενή υπερχοληστερολαιμία

Η ενδιάμεση ανάλυση δεδομένων από τη μελέτη CaRe High (Cascade Screening and Registry for High Cholesterol) εξέτασε την επίτευξη των στόχων για την LDL-χολ σε πάσχοντες από οικογενή υπερχοληστερολαιμία (familial hypercholesterolemia, FH) στη Γερμανία. Συμμετείχαν 512 άτομα μέσης ηλικίας 39 ετών με κλινικά διαγνωσμένη FH και αρχικά επίπεδα LDL-χολ  239,4 mg/dL. Ποσοστό 27% των συμμετεχόντων δεν ελάμβανε υπολιπιδαιμική αγωγή, ενώ από τους υπόλοιπους ποσοστό 19% ελάμβανε συνδυαστική θεραπεία στατίνης με αναστολέα της PCSK-9, 9% μονοθεραπεία με  αναστολέα της PCSK-9, 3% αναστολέα της PCSK-9 σε συνδυασμό με άλλο μη-στατινούχο υπολιπιδαιμικό φάρμακο και 67% στατίνη ως μονοθεραπεία ή συνδυαστική αγωγή με μη-στατίνη ΡΟ. Ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου εμφάνιζαν επίτευξη του στόχου για την LDL-χολ σε ποσοστό 18%, αν και ελάμβαναν περισσότερο συχνά θεραπεία με αναστολέα της PCSK-9. Ανάμεσα στους πάσχοντες από FH χωρίς ιστορικό ΚΑΝ ποσοστό 15% πέτυχε το στόχο για την LDL-χολ. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι ανάμεσα σε άτομα με τυπικά χαρακτηριστικά FH η επίτευξη των στόχων για την LDL-χολ είναι ανεπαρκής. Η προσθήκη στη θεραπεία αναστολέων της PCSK-9 επιτρέπει την επίτευξη των στόχων σε μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών.
(Schmidt N, Dressel A, Grammer TB, et al. Atherosclerosis. 2018;277:314-322)

 

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα της ΕΕΛΙΑ:  www.eelia.gr